Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντερσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αντερσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ. (ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ)

   Ηταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.
    Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό, ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. Οἱ καρότσες περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ μισολειωμένο χιόνι.
    Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο.
    Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της. Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ φτωχὴ ὀρφανή. Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα.
   Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε προσεκτικὰ στὸν κόρφο της. Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ μαλλάκια, βρέχοντας τὶς πυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ ὠχρὸ προσωπάκι της.
   Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει.
Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. Πῶς νὰ γυρίσει νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη;
Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα ἐρημώσει. Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα, τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα.
    Τὸ κοριτσάκι προχώρησε στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν ἀναμμένο φανοστάτη. Ἀπὸ τὸ παράθυρο κάποιου σπιτιοῦ ἔβλεπε ἕνα δωμάτιο μὲ χριστουγεννιάτικες γιρλάντες καὶ στολίδια καὶ μία τρυφερὴ μανούλα νὰ ταΐζει μὲ στοργὴ καὶ ἀπέραντη ἀγάπη τὴν κορούλα της.
Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ. Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. Δὲν εἶχε τίποτε νὰ τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της;
    Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ τρυφερότητα καὶ εὐτυχία.
Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ μαλακὸ χαλάκι. Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε. Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι. Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά.
    Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε μαῦρο, καρβουνιασμένο.
Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά.
    Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός...
Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη στοργικὴ ἀγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα, ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».
    Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια, πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα. «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη».
Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΙΝΤΑ. (ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ)

«Τα φτωχά μου λουλούδια φαίνονται τόσο μαραμένα!» είπε η μικρή Αϊντα. «Μόλις χτες το απόγευμα ήταν τόσο όμορφα, και τώρα όλα τα φύλλα έχουν γείρει. Γιατί το κάνουν αυτό;» ρώτησε τους μαθητές που κάθονταν στον καναπέ. Ήταν ένας από αυτούς, που ήταν ο αγαπημένος της, γιατί της έλεγε τις ωραιότερες ιστορίες και της έφτιαχνε τα πιο διασκεδαστικά πράγματα από χαρτί,καρδιές με μικρές κυρίες να χορεύουν μέσα σε αυτές, και ψηλά κάστρα με πόρτες που άνοιγαν και έκλειναν. Ήταν ένας χαρούμενος μαθητής. «Γιατί τα λουλούδια φαίνονται τόσο άθλια σήμερα;» ρώτησε ξανά, δείχνοντας του ένα μπουκέτο από μαραμένα λουλούδια.
« Δεν γνωρίζεις;» Απάντησε ο μαθητής. «Τα λουλούδια πήγαν σε έναν χορό χτες το βράδυ, και είναι κουρασμένα. Γι’ αυτό έχουν κρεμασμένα τα κεφάλια τους.»
« Τι ιδέα,» αναφώνησε η μικρή Αϊντα. «τα λουλούδια δεν χορεύουν!»
« Μα φυσικά και χορεύουν! Όταν είναι σκοτεινά, και έχουμε πάει όλοι στα κρεβάτια μας, χορό πηδούν όσο πιο χαρούμενα γίνεται. Έχουν χορό σχεδόν κάθε βράδυ.»
« Και μπορούν και τα παιδιά να πάνε στο χορό;» Ρώτησε η Αϊντα.
« Ω, ναι,» είπε ο μαθητής· « οι μαργαρίτες και τα κρινάκια του αγρού, είναι πολύ μικρά.»
« Και πότε χορεύουν τα ομορφότερα λουλούδια;»
« Δεν έχεις πάει στον πελώριο κήπο έξω από τις πύλες της πόλης, μπροστά στο κάστρο όπου ζει ο βασιλιάς το καλοκαίρι - τον κήπο που είναι γεμάτος με τόσα όμορφα λουλούδια; Σίγουρα θυμάσαι τους κύκνους που έρχονται κολυμπώντας όταν τους δίνεις κομμάτια ψωμί; Πίστεψε με, έχουν μεγάλους χορούς εκεί.»
« Ήμουν εκεί έξω μόνο χθες μαζί με τη μητέρα μου,» είπε η Αϊντα, «αλλά δεν είχαν φύλλα τα δέντρα, και δεν είδα ούτε ένα λουλούδι. Τι έπαθαν; Ήταν τόσα πολλά το καλοκαίρι.»
« Είναι μέσα στο παλάτι τώρα,» απάντησε ο μαθητής. «Μόλις ο βασιλιάς και οι ακόλουθοί του επιστρέψουν στην πόλη, τα λουλούδια φεύγουν από τον κήπο και μπαίνουν μέσα στο παλάτι, όπου έχουν τις καλύτερες βραδιές. Αχ, αν μπορούσες να τα δεις! Τα δύο πιο όμορφα τριαντάφυλλα κάθονται στον θρόνο και παριστάνουν τον βασιλιά και την βασίλισσα. Όλες οι ψηλές και κόκκινες σελώσιες στέκονται μπροστά τους και υποκλίνονται· είναι οι αρχιθαλαμηπόλοι τους. Μετά έρχονται όλα τα όμορφα λουλούδια, και αρχίζει ο χορός. Οι μπλε βιολέτες αντιπροσωπεύουν τους δόκιμους του ναυτικού· χορεύουν με τους υάκινθους και τους κρόκους, που είναι οι νεαρές κυρίες. Οι τουλίπες και οι πολύχρωμοι κρίνοι είναι οι μεγαλύτερες κυρίες- οι συνοδοί των νεαρών κυριών- που επιβλέπουν ότι ο χορός καλά κρατεί και πως όλα γίνονται όπως πρέπει.»
«Μα,» ρώτησε η μικρή Αϊντα, «δεν υπάρχει κανείς να πειράξει τα λουλούδια που τολμούν να χορεύουν στο κάστρο του Βασιλιά;»
«Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα,» απάντησε ο μαθητής. «Μία φορά στο τόσο, κατά την διάρκεια της νύχτας, ο γέρος οικονόμος του κάστρου, για να είναι σίγουρος, έρχεται μέσα με μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά για να δει πως όλα είναι εντάξει· αλλά την ίδια στιγμή που τα λουλούδια ακούν τον ήχο των κλειδιών στέκονται εντελώς ακίνητα ή κρύβονται πίσω από τις μακριές μεταξωτές κουρτίνες.Και τότε ο γέρο-οικονόμος λέει «Μα μου μυρίζουν λουλούδια εδώ μέσα» αλλά δεν μπορεί να τα δει.»
«Αυτό είναι πολύ αστείο,» αναφώνησε η μικρή Αϊντα,χτυπώντας τα χέρια της από χαρά· «αλλά δεν θα έπρεπε να μπορώ να δω τα λουλούδια;»
«Για να είσαι σίγουρη ότι θα τα δεις,» απάντησε ο μαθητής.«Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να θυμηθείς να κρυφοκοιτάξεις από το παράθυρο την επόμενη φορά που θα πας στο κάστρο. Εγώ αυτό έκανα, ώσπου μια μέρα, είδα ένα ψηλό κατακίτρινο κρίνο να ξεκουράζεται στον καναπέ, ήταν μία από τις κυρίες της αυλής.»
«Πηγαίνουν και τα λουλούδια του Βοτανικού Κήπου στο χορό;Μπορούν να διανύσουν τόσο μεγάλη απόσταση;»
«Σίγουρα,» είπε ο μαθητής· «γιατί τα λουλούδια μπορούν και να πετάξουν αν αυτά το θελήσουν. Δεν έχεις προσέξει τις πανέμορφες κόκκινες και κίτρινες πεταλούδες που μοιάζουν τόσο πολύ με λουλούδια; Στην πραγματικότητα είναι λουλούδια. Πετάνε μακριά από τους μίσχους τους ψηλά μέσα στον αέρα χτυπώντας τα πέταλά τους ακριβώς σαν να ήταν φτερά, και κάπως έτσι τα καταφέρνουν να πετάξουν. Σαν επιβράβευση όταν είναι πολύ καλά τους επιτρέπεται να πετούν και κατά την διάρκεια της μέρας, αντί να κάθονται ήσυχα πάνω στους μίσχους τους στο σπίτι τους, μέχρι να γίνουν τα πέταλά τους πραγματικά φτερά.Αυτά που βλέπεις κι εσύ.»
« μπορεί όμως τα λουλούδια στον Βοτανικό κήπο να μην έχουν πάει ποτέ στο κάστρο του βασιλιά. Μπορεί να μην έχουν ακούσει πως εκεί γίνονται χοροί κάθε νύχτα. Μα θα σου πω αυτό· αν,την επόμενη φορά που θα πας στον κήπο, ψιθυρίσεις σε ένα από τα λουλούδια πώς ένας μεγάλος χορός θα λάβει χώρα στο κάστρο, τα νέα θα διαδοθούν από λουλούδι σε λουλούδι και όλα θα πετάξουν μακριά. Και τότε όταν ο καθηγητής έρθει στον κήπο του δεν θα βρει ούτε ένα λουλούδι, και ούτε θα μπορεί να φανταστεί τι τους συνέβη.»
« Μα πώς μπορεί το ένα λουλούδι να το πει στο άλλο; Γιατί είμαι σίγουρη πως δεν μπορούν να μιλήσουν.»
« όχι· έχεις δίκιο, » απάντησε , ο μαθητής. «Δεν μπορούν να μιλήσουν, αλλά μπορούν να κάνουν νοήματα. Έχεις ποτέ παρατηρήσει πως όταν ο άνεμος φυσά τα λουλούδια γνέφουν το ένα στο άλλο και κουνούν τα πράσινα τους φύλλα; Μπορούν να καταλάβουν το ένα το άλλο όπως και εμείς μιλάμε μεταξύ μας.»
« και ο καθηγητής μπορεί να καταλάβει αυτήν την παντομίμα;» ρώτησε η Αϊντα.
« ω, σίγουρα· το λιγότερο ένα κομμάτι αυτής. Ήρθε στον κήπο ένα πρωί και είδε την μεγάλη τσουκνίδα να κάνει νοήματα με τα φύλλα της σε ένα πανέμορφο κόκκινο γαρύφαλλο. Του έλεγε, «είσαι τόσο όμορφο, σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά μου!» Αλλά στον καθηγητή δεν αρέσουν αυτά τα πράγματα, και έκοψε όλα τα φύλλα της τσουκνίδας, τα οποία είναι τα χέρια της, αλλά αυτή τον τσίμπησε,και από τότε αυτός δεν τόλμησε ξανά να αγγίξει τσουκνίδα.»
« Χα χα!» Γέλασε η μικρή Αϊντα, « αυτό είναι πολύ αστείο.»
« μα πως μπορεί κάποιος να βάλει τέτοια πράγματα μέσα στο κεφάλι ενός παιδιού;» είπε ο βαρετός σύμβουλος, που είχε έρθει για επίσκεψη.Δεν του άρεσε ο μαθητής και πάντα συνήθιζε να τον επιπλήττει οπότε τον έβλεπε να φτιάχνει αστείες χάρτινες φιγούρες, ο οποίος ένας άνδρας να κρέμεται από την αγχόνη κρατώντας μια καρδιά στα χέρια του για να δείξει ότι ήταν καρδιοκλέφτης, η μια γριά μάγισσα καβάλα στην μαγική της σκούπα και να κουβαλά τον άντρα της στην άκρη της μύτης της. Ο σύμβουλος δεν μπορούσε να δεχτεί τέτοιου είδους αστεία και πάντα του έλεγε, όπως και τώρα: « Μα πώς μπορεί κάποιος να βάζει τέτοιες θεωρίες στο κεφάλι ενός παιδιού;Είναι μόνο ανόητες φαντασίες.»
Αλλά για την μικρή Αϊντα όλα όσα της είχε πει ο μαθητής ήταν πολύ διασκεδαστικά, και συνέχισε να τα σκέφτεται. Ήταν σίγουρη τώρα πως τα χτεσινά όμορφα λουλούδια της κρέμασαν το κεφάλι τους επειδή ήταν κουρασμένα, και πως ήταν κουρασμένα γιατί είχαν πάει στον χορό. Έτσι τα πήγε στο τραπέζι όπου είχε τα παιχνίδια της. Η κούκλα της ήταν ξαπλωμένη και κοιμόταν, αλλά η Αϊντα της είπε, «Πρέπει να σηκωθείς από εδώ και, να κοιμηθείς απόψε στο συρτάρι,γιατί τα καημένα τα λουλούδια είναι άρρωστα και χρειάζονται το κρεβάτι σου για να κοιμηθούν, ίσως έτσι να είναι καλύτερα αύριο.»
Και αμέσως σήκωσε την κούκλα της, αν και εκείνη έδειξε ένα ενοχλείται που άφηνε το κρεβάτι της για χάρη των λουλουδιών.
Η Αϊντα ξάπλωσε τα λουλούδια στο κρεβάτι και τράβηξε την κουβέρτα από πάνω τους, συμβουλεύοντάς τα να ξαπλώσουν εκεί μέχρι να τους φτιάξει λίγο τσάι να πιουν, ώστε να νιώθουν καλύτερα αύριο. Και τράβηξε τις κουρτίνες πάνω από το κρεβάτι τους για να μην τα χτυπάει ο ήλιος μέσα στα μάτια τους.
Όλο το απόγευμα σκεφτόταν μόνο αυτά που της είπε ο μαθητής·και όταν πήγε στο κρεβάτι της, έτρεξε στο παράθυρο όπου οι τουλίπες και οι υάκινθοι της μητέρας της ήταν. Τους ψιθύρισε, «ξέρω πολύ καλά πως θα πάτε στον χορό απόψε.» Τα λουλούδια προσποιήθηκαν πως δεν την κατάλαβαν και δεν κούνησαν ούτε ένα φυλλαράκι τους, αλλά αυτό δεν άλλαξε το γεγονός πως η Αϊντα γνώριζε αυτά που γνώριζε ήδη.
Όταν ήταν στο κρεβάτι της, έμεινε πολύ ώρα ξαπλωμένη να αναρωτιέται πόσο όμορφα θα ήταν αν μπορούσε να δει τα λουλούδια να χορεύουν στο κάστρο του βασιλιά, και είπε στον εαυτό της, «Άραγε τα δικά μου λουλούδια έχουν στ’ αλήθεια πάει εκεί;» Και τότε την πήρε ο ύπνος.
Κατά την διάρκεια της νύχτας ξύπνησε. Ονειρεύτηκε τον μαθητή και τα λουλούδια και τον σύμβουλο, που της είπε ότι την κορόιδευαν. Όλα ήταν ακόμη μέσα στο δωμάτιο, η λάμπα ήταν ακόμη αναμμένη και ο μπαμπάς και η μαμά της κοιμόντουσαν και οι δυο.
«Αναρωτιέμαι αν τα λουλούδια μου είναι ακόμη ξαπλωμένα στο κρεβάτι της Σοφίας,» σκέφτηκε. «Πόσο θα ήθελα να ξέρω!» Ανασηκώθηκε και κοίταξε προς την πόρτα, η οποία ήταν μισάνοιχτη· εκεί μέσα ήταν τα λουλούδια της και όλα τα παιχνίδια της. Άκουσε, και της φάνηκε πως κάποιος έπαιζε πιάνο, αλλά πολύ απαλά, και πιο γλυκά από όσο είχε ακούσει ποτέ.
«Τώρα τα λουλούδια σίγουρα χορεύουν,» σκέφτηκε. « Αχ, πώς θα ήθελα να τα δω!», αλλά δεν τόλμησε να σηκωθεί από φόβο μήπως ξυπνήσει τον μπαμπά και την μαμά της. «Μακάρι να ερχόντουσαν εδώ μέσα!» Αλλά τα λουλούδια δεν ήρθαν και η μουσική συνέχισε να ακούγεται τόσο μεθυστική που δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο, και γλίστρησε από το μικρό της κρεβάτι, πήγε απαλά μέχρι την πόρτα, και μπήκε στο δωμάτιο. Πόσο όμορφο ήταν το θέαμα εκεί!
Δεν είχε λάμπα αναμμένη στο δωμάτιο, αλλά και πάλι ήταν αρκετά φωτεινά· το φεγγάρι έλαμπε μέσα από το παράθυρο και ήταν σχεδόν σαν μέρα. Οι υάκινθοι και οι τουλίπες στέκονταν σε δυο σειρές. Ούτε ένα δεν είχε μείνει δίπλα στο παράθυρο, όπου έβλεπες μόνο τις άδειες γλάστρες. Στο πάτωμα όλα τα λουλούδια χόρευαν όλο χάρη, κάνοντας όλες τις στροφές , και κρατώντας το ένα το άλλο από τα μακριά πράσινα φύλλα τους ενώ στριφογυρνούσαν. Στο πιάνο βρίσκονταν ένα μεγάλος κίτρινος κρίνος, τον οποίο θυμόταν η μικρή Αϊντα πως είχε δει το καλοκαίρι, και θυμήθηκε πως ο μαθητής είχε πει για τον κρίνο, «Πόσο μοιάζει με την δεσποινίδα Λώρα!», και πως όλοι γέλασαν με αυτή του την παρατήρηση. Αλλά τώρα αλήθεια σκέφτηκε πως ο κρίνος έμοιαζε πολύ στην νεαρή δεσποινίδα. Έπαιζε το πιάνο ακριβώς όπως εκείνη, γέρνοντας το μακρύ κίτρινο πρόσωπό του μια από την μια πλευρά και μια από την άλλη, και γνέφοντας συχνά στο άκουσμα της πανέμορφης μουσικής.
Ένας ψηλός μπλε κρόκος τώρα βγήκε εμπρός, ξεπήδησε πάνω από το τραπέζι όπου βρίσκονταν τα παιχνίδια της Αϊντα, πήγε κατευθείαν στο κρεβάτι της κούκλας και τράβηξε τις κουρτίνες.Εκεί ήταν ξαπλωμένα τα άρρωστα λουλούδια· αλλά σηκώθηκαν αμέσως, χαιρέτισαν τα υπόλοιπα λουλούδια, και έκαναν νόημα σε όλους πως θα ήθελαν κι αυτά να πάρουν μέρος στον χορό. Δεν έμοιαζαν καθόλου άρρωστα τώρα.
Ξαφνικά ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε, σαν να έπεφτε κάτι από το τραπέζι. Η Αϊντα κοίταξε προς τα εκεί και είδε πως ήταν το ραβδί που είχε βρει στο κρεβάτι της την Καθαρά Δευτέρα, και που της είχε φανεί πως ευχόταν να ανήκε στα λουλούδια. Ήταν ένα όμορφο ραβδί, και μια φιγούρα από κερί που έμοιαζε πολύ στον σύμβουλο κάθισε πάνω του.
Το ραβδί άρχισε να χορεύει, και η κέρινη φιγούρα που κάθονταν πάνω του φάνηκε μεγάλη και σπουδαία, ακριβώς όπως και ο σύμβουλος, και άρχισε να κραυγάζει, «Μα πως μπορείς να γεμίζεις με τέτοια πράγματα το κεφάλι ενός παιδιού;» Ήταν πολύ αστείο να το βλέπεις και η μικρή Αϊντα δεν μπορούσε να σταματήσει να γελά, γιατί το ραβδί συνέχισε να χορεύει και μαζί με αυτό έπρεπε να χορέψει και ο σύμβουλος., - δεν μπορούσε κανείς να τον βοηθήσει,- η θα παρέμενε μεγάλος και τρανός πάνω στο ραβδί ή θα γινόταν πάλι μια μικρή κέρινη φιγούρα. Αλλά τα άλλα λουλούδια είπαν μερικά καλά λόγια γι’ αυτόν, ειδικά αυτά που είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της κούκλας, έτσι στο τέλος το ραβδί τον άφησε στην ησυχία του.
Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα από το συρτάρι όπου η Σοφία, η κούκλα της Αϊντα, ήταν ξαπλωμένη μαζί με άλλα πολλά παιχνίδια.Έβγαλε το κεφάλι της έξω με ρώτησε με μεγάλη έκπληξη: «Γίνεται χορός εδώ πέρα;Γιατί κανείς δεν μου το είπε;» κάθισε πάνω στο τραπέζι περιμένοντας από τα λουλούδια να της ζητήσουν να χορέψει μαζί τους· αλλά επειδή κανένα δεν της ζήτησε, άφησε τον εαυτό της να πέσει στο πάτωμα για να κάνει μεγάλη φασαρία·και τότε όλα τα λουλούδια μαζεύτηκαν γύρω της για να την ρωτήσουν αν είχε χτυπήσει, και ήταν πολύ ευγενικά μαζί της, ειδικά αυτά που είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της.
Δεν είχε χτυπήσει καθόλου, και έτσι τα λουλούδια την ευχαρίστησαν που τους δάνεισε το όμορφο κρεβάτι της και την πήγαν στην μέση του δωματίου, εκεί που έπεφτε η λάμψη του φεγγαριού, και χόρεψαν μαζί της, καθώς τα υπόλοιπα σχημάτιζαν ένα κύκλο γύρω τους. Έτσι τώρα η Σοφία ήταν ευχαριστημένη και τους είπε πως μπορούσαν να κρατήσουν το κρεβάτι της γιατί καθόλου δεν την πειράζει να κοιμάται στο συρτάρι.
Αλλά τα λουλούδια απάντησαν, « σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας για την καλοσύνη σου, αλλά δεν θα ζήσουμε αρκετά για να το χρειαστούμε· θα ΄χουμε μαραθεί μέχρι το πρωί. Αλλά να πεις στην μικρή Αϊντα να μας θάψει έξω στον κήπο κοντά στον τάφο των καναρινιών· και τότε εμείς θα ξυπνήσουμε ξανά το επόμενο καλοκαίρι και θα είμαστε ακόμη ομορφότερα από ότι ήμασταν φέτος.»
«Α,όχι, δεν μπορείτε να μαραθείτε,» είπε η Σοφία, φιλώντας τα καθώς το έλεγε· και τότε μια μεγάλη παρέα από λουλούδια την πλησίασε χορεύοντας. Η Αϊντα δεν μπορούσε να φανταστεί από πού μπορεί να ήρθαν, παρά μόνο από τον κήπο του βασιλιά. Δύο πανέμορφα τριαντάφυλλα ηγούνταν της παρέας,φορώντας ολόχρυσες κορώνες· από πίσω τους ακολουθούσαν οι ανεμώνες και τα γαρύφαλλα, που υποκλίθηκαν σε όλους. Έφερε και μια παρά που έπαιζε μουσική μαζί τους. Άγριοι υάκινθοι και μικρά λευκά χιονολούλουδα χτυπούσαν χαρμόσυνα καμπανάκια. Ήταν η πιο αξιόλογη ορχήστρα. Πίσω από αυτά ακολουθούσε μια πελώρια παρέα από λουλούδια, που όλα χόρευαν- βιολέτες, μαργαρίτες, κρινάκια του αγρού,και άλλα πολλά που ήταν μια οπτασία να τα βλέπεις.
Στο τέλος όλα τα χαρούμενα λουλούδια ευχήθηκαν καληνύχτα το ένα στο άλλο. Η μικρή Αϊντα χώθηκε πίσω στο κρεβατάκι της, για να ονειρευτεί όλα αυτά που είχε δει.
Όταν ξύπνησε το επόμενο πρωί πήγε κατευθείαν στο μικρό της τραπέζι να δει αν τα λουλούδια ήταν εκεί. Τράβηξε στην άκρη τις κουρτίνες από το μικρό κρεβάτι, και ναι, εκεί ήταν τα λουλούδια, αλλά ήταν πολύ πιο μαραμένα σήμερα από ότι ήταν την προηγούμενη μέρα. Η σοφία ήταν μέσα στο συρτάρι, αλλά φαινόταν πολύ νυσταγμένη.
«Θυμάσαι τι πρέπει να μου πεις;» την ρώτησε η Αϊντα.
Αλλά η Σοφία την κοίταξε κάπως χαζά και δεν είπε τίποτα.
«Δεν είσαι καθόλου ευγενική,» είπε η Αϊντα, «αλλά όλα τα λουλούδια σε άφησαν να χορέψεις μαζί τους.»
Τότε διάλεξε από τα παιχνίδια της ένα μικρό χάρτινο κουτί με πουλιά ζωγραφισμένα πάνω του, και μέσα έβαλε τα μαραμένα λουλούδια.
«Αυτό θα είναι το όμορφο κουτί σας,» είπε, «και αργότερα που θα έρθουν τα ξαδέρφια μου να με επισκεφτούν, θα με βοηθήσουν να σας θάψουμε στον κήπο, έτσι ώστε να μεγαλώσετε και πάλι το επόμενο καλοκαίρι και να είστε ομορφότερα από φέτος.»
Τα ξαδέρφια της ήταν δυο χαρούμενα αγόρια. Ο πατέρας τους,τους είχε δωρίσει στον καθένα από ένα καινούριο τόξο, τα οποία είχαν φέρει μαζί τους για να τα δείξουν στην Αϊντα. Τους είπε για τα φτωχά λουλούδια πως είχαν μαραθεί και πως έπρεπε να θαφτούν στον κήπο. Έτσι τα αγόρια προχώρησαν μπροστά,με τα τόξα να κρέμονται στους ώμους τους, και η Αϊντα τους ακολούθησε κρατώντας τα λουλούδια μέσα στο όμορφο κουτί τους. Είχαν σκάψει μια όμορφη τρύπα στον κήπο για να τα τοποθετήσουν. Η Αϊντα τα φίλησε και τα τοποθέτησε στην γη και τα ξαδέρφια της έριξαν ψηλά με τα τόξα τους, προς τιμήν των όμορφων λουλουδιών.

ΤΟ ΕΛΑΤΟ. (ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ)

Βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου ο ζεστός ήλιος και ο καθαρός αέρας έφτιαξαν ένα γλυκό τόπο ξεκούρασης, μεγάλωνε ένα ελατάκι. Τα πάντα γύρω του ήταν ιδανικά, όμως αυτό δεν ήταν ευτυχισμένο, ήθελε τόσο να είναι σαν τους πανύψηλους συντρόφους του, τα πεύκα και τα έλατα που βρίσκονταν γύρω του.
Ο ήλιος έλαμπε και το ζεστό αεράκι ανακάτευε τα φύλλα του.Τα μικρά παιδιά των χωρικών περνούσαν δίπλα του χαρούμενα, αλλά το ελατάκι δεν τους έδινε καμία σημασία.
Μερικές φορές τα παιδιά έφερναν ένα μεγάλο καλάθι με μούρα ή φράουλες και κάθονταν δίπλα στο ελατάκι, και έλεγαν «Κοιτάξτε τι όμορφο μικρό δεντράκι!» Και τότε αυτό ένιωθε ακόμη πιο δυστυχισμένο.
Και ενώ γίνονταν όλα αυτά το ελατάκι ψήλωνε και μια ιδέα κάθε χρόνο.
Αλλά, ακόμη και αφού μεγάλωνε, αυτό παραπονιόταν. «Αχ, πως εύχομαι να ήμουν ψηλό σαν τα άλλα δέντρα, τότε θα άπλωνα τα κλαδιά μου σε κάθε μεριά και από την κορυφή μου θα μπορούσες να δεις σε όλο τον κόσμο. Θα άφηνα τα πουλιά να χτίσουν τις φωλιές τους στα κλαδιά μου και όταν φυσούσε δυνατός αέρας θα στεκόμουν με αξιοπρέπεια,όπως και οι ψηλοί μου σύντροφοι.»
Τόσο δυσαρεστημένο ήταν το ελατάκι, που δεν τον ευχαριστούσαν καθόλου ούτε τα πουλιά, ούτε ο ζεστός ήλιος, ούτε τα συννεφάκια που ταξίδευαν από πάνω του μέρα και νύχτα.
Μερικές φορές, τον χειμώνα, όταν το χιόνι σκέπαζε το δάσος ερχόταν ένας λαγός και πηδούσε ακριβώς πάνω από το ελατάκι περνώντας. Πόσο πικραινόταν τότε!
Δυο χειμώνες πέρασαν έτσι, και όταν ο τρίτος έφτασε, το ελατάκι είχε ψηλώσει τόσο πια που ακόμη κι ο λαγός έπρεπε να τρέξει γύρω του.Ωστόσο αυτό παρέμενε ανικανοποίητο και αναφωνούσε
«Αχ, να μεγαλώσω, να μεγαλώσω! Αχ, αν μπορούσα να ψηλώσω και να μεγαλώσω! Για τίποτα άλλο δεν νοιάζομαι σ’ αυτόν τον κόσμο!»
Το φθινόπωρο οι ξυλοκόποι ήρθαν, όπως κάθε φορά, και έκοψαν πολλά από τα ψηλότερα δέντρα, και το νεαρά έλατα, τα οποία είχα ψηλώσει πια και στέκονταν σαν τα υπόλοιπα ψηλά, καλά και ευγενή δέντρα, σωριάστηκαν στη γη με ένα κρότο.
Αφού τα κλαδιά τους κόπηκαν, ο κορμός τους έμοιαζε τόσο γυμνός και λεπτός που σχεδόν δεν μπορούσες να τον αναγνωρίσεις. Μετά τοποθέτησαν τους κορμούς τον ένα πάνω στον άλλο, μέσα σε κάρα που τα άλογα τα οδήγησαν μακριά έξω από το δάσος.
Έτσι, την άνοιξη, όταν τα χελιδόνια και οι πελαργοί ήρθαν,ρώτησαν: « Ξέρετε που πήγαν αυτά τα δέντρα; Τα είδατε;»
Τα χελιδόνια δεν γνώριζαν τίποτα, αλλά ο πελαργός μετά από λίγη σκέψη, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Ναι, νομίζω πως ξέρω. Καθώς πετούσα πάνω από την Αίγυπτο, συνάντησα πολλά καινούρια καράβια, και είχαν ψηλά κατάρτια που μύριζαν σαν έλατο. Αυτά πρέπει να ήταν τα δέντρα, και σε διαβεβαιώνω πως στέκονταν μεγαλοπρεπή, και αρμένιζαν με δόξα!»
«Αχ, πως εύχομαι να ήμουν αρκετά ψηλό για να πάω στην θάλασσα» είπε το ελατάκι. « πες μου τι είναι η θάλασσα και με τι μοιάζει;»
«Θα έπαιρνε πολύ καιρό να σου εξηγήσω!» είπε ο πελαργός και πέταξε γρήγορα μακριά.
«Να χαίρεσαι την νιότη σου,» είπε η ηλιαχτίδα, « να χαίρεσαι τη φρέσκα κλωνάρια σου και την γλυκιά ζωή που είναι μέσα σου.»
Και ο άνεμος φίλησε το ελατάκι, και η δροσιά πότισε τα φύλλα του, αλλά το ελατάκι δεν τους ευχαρίστησε καθόλου.
Τα Χριστούγεννα ήταν κοντά και πολλά νεαρά δεντράκια κόπηκαν, κάποια ήταν μικρότερα ακόμη και από το ελατάκι μας, το οποίο δεν έβρισκε ούτε γαλήνη, ούτε ηρεμία καθότι ήθελε να αρχίσει το ταξίδι του μακριά από το δάσος. Αυτά τα νεαρά δέντρα που κόπηκαν, κράτησαν όλα τους τα κλαδιά και στοιβάχτηκαν κι αυτό σε άμαξες με άλογα, που τα πήραν μακριά από το δάσος.
«Πού πάνε;» ρώτησε το ελατάκι. «Δεν είναι ψηλότερα από μένα. Και γιατί κράτησαν όλα τους τα κλαδιά; Πού πηγαίνουν;»
«Εμείς ξέρουμε, εμείς ξέρουμε» τραγούδησαν τα σπουργίτια, «έχουμε κοιτάξει μέσα από τα παράθυρα των σπιτιών στην πόλη, και ξέρουμε τι θα απογίνουν. ΑΧ, ούτε φαντάζεστε τι τιμή και δόξα τα περιμένει. Τα ντύνουν με τον πιο υπέροχο τρόπο. Τα έχουμε δει να στέκονται στο κέντρο από ζεστά δωμάτια και να στολίζονται με ένα σωρό όμορφα πράγματα- γλυκά, καραμελωμένα μήλα, παιχνίδια και όλα τα είδη από χρωματιστές κορδέλες.»
«Και μετά,» ρώτησε το ελατάκι, «μετά τι γίνεται;»
«Δεν είδαμε τίποτα άλλο,» είπαν τα σπουργίτια, «αλλά αυτό ήταν αρκετό για μας.»
«Αναρωτιέμαι αν θα συμβεί κάτι τόσο λαμπρό και σε μένα ποτέ,» σκεφτόταν το ελατάκι. «Θα ήταν καλύτερο κι από το να διασχίσω την θάλασσα. Το προσμένω σχεδόν με πόνο. Ω, πότε θα έρθουν τα Χριστούγεννα; Είμαι τώρα τόσο ψηλό και όμορφο όσο αυτά που πήραν τον περσινό χρόνο. Ω, να ήμουν τώρα ξαπλωμένο στην άμαξα, ή στο ζεστό δωμάτιο με όλα τα φώτα και τα στολίδια πάνω μου! Κάτι καλύτερο και πιο όμορφο πρέπει να ακολουθεί μετά, αλλιώς τα δέντρα θα ήταν τόσο στολισμένα. Ναι, αυτό που ακολουθεί θα είναι μεγαλύτερο και πιο υπέροχο. Τι μπορεί να είναι άραγε; Έχω κουραστεί να περιμένω. Σπανίως νιώθω τι είναι αυτό που νιώθω.»
«Να χαίρεσαι την αγάπη μας,» είπαν ο αέρας και η λιακάδα. «Απόλαυσε την δική σου λαμπερή ζωή στον φρέσκο αέρα.»
Αλλά το ελατάκι δεν χαιρόταν, παρόλο που ψήλωνε κι άλλο κάθε μέρα, και τον χειμώνα και το καλοκαίρι το σκούρο πράσινο φύλλωμα του ξεχώριζε μέσα στο δάσος. Οι περαστικοί, όταν το έβλεπαν, έλεγαν, «Μα τι όμορφο δέντρο!»
Λίγο καιρό πριν τα Χριστούγεννα το ανικανοποίητο ελατάκι ήταν το πρώτο που έπεσε. Μόλις το τσεκούρι έκοψε τον κορμό του και το χώρισε από την ρίζα, το ελατάκι έπεσε με ένα βογγητό στην γη, νιώθοντας τον πόνο και την εξάντληση και ξεχνώντας όλα του τα όνειρα για χαρά αφήνοντας το σπίτι του στο δάσος βυθισμένο στην θλίψη. Ήξερε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τους αγαπητούς του παλιούς συντρόφους, ούτε τους μικρούς θάμνους και τα πολύχρωμα λουλούδια που φύτρωναν δίπλα του, ίσως ούτε τα πουλιά. Και ούτε ήταν το ταξίδι του ευχάριστο.
Το ελατάκι σιγά σιγά συνήλθε καθώς το έστησαν στην αυλή ενός σπιτιού, μαζί με πολλά άλλα δέντρα· και άκουσε έναν άντρα να λέει: « Μόνο ένα θέλουμε, και αυτό είναι το ομορφότερο. Αυτό είναι πανέμορφο!»

Τότε ήρθαν δύο υπηρέτες με μεγαλόπρεπη στολή και κουβάλησαν το ελατάκι σε ένα μεγάλο και πανέμορφο διαμέρισμα. Πίνακες κρέμονταν στους τοίχους, και δίπλα στο μεγάλο χτιστό τζάκι έστεκαν πορσελάνινα βάζα με λιοντάρια στα καπάκια τους. Υπήρχαν κουνιστές πολυθρόνες, μεταξωτοί καναπέδες και πελώρια τραπέζια γεμάτα με φωτογραφίες· και υπήρχαν και βιβλία, και παιχνίδια που κόστιζαν πολλά πολλά χρήματα—τουλάχιστον έτσι έλεγαν τα παιδιά.
Τοποθέτησαν το ελατάκι σε ένα μεγάλο κάδο γεμάτο με άμμο—αλλά πράσινη τσόχα κρεμόταν γύρω του, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να δει ότι ήταν ένας κάδος—και στάθηκε πάνω σε ένα πανέμορφο χαλί. Αχ, πως έτρεμε το ελατάκι! Τι θα του συνέβαινε τώρα; Κάτι νεαρές κυρίες ήρθαν και οι υπηρέτες τις βοήθησαν να στολίσουν το δέντρο.
Σε ένα του κλαδί κρέμασαν μικρά σακουλάκια φτιαγμένα από χρωματιστά χαρτιά, και κάθε σακουλάκι ήταν γεμάτο με γλυκά. Από άλλα του κλαδιά κρέμασαν καραμελωμένα μήλα και καρύδια, σαν να είχαν μεγαλώσει εκεί· και πάνω και γύρω υπήρχαν πολλές κόκκινες, μπλε και λευκές κορδέλες, που είχαν δεθεί στα κλαδιά του. Κούκλες, ακριβώς σαν αληθινοί άντρες και γυναίκες, είχαν τοποθετηθεί κάτω από τα πράσινά του φύλλα,-- το ελατάκι δεν είχε ξαναδεί τέτοια πράγματα ποτέ,-- και στην κορυφή του ήταν πιασμένο ένα λαμπερό αστέρι φτιαγμένο από χρυσές πούλιες. Ήταν πολύ όμορφο. «Αυτό το βράδυ,» όλοι αναφώνησαν, «πόσο υπέροχο θα είναι!»
«Όταν έρθει το βράδυ,» σκέφτηκε το ελατάκι, « και ανάψουν τα κεριά! Τότε θα ξέρω τι άλλο θα μου συμβεί. Άραγε θα έρθουν τα άλλα δέντρα του δάσους να με δουν; Θα κρυφοκοιτάξουν από τα παράθυρα τα σπουργίτια,αναρωτιέμαι, καθώς θα πετούν; Λες να μεγαλώσω πιο γρήγορα εδώ από ότι στο δάσος, και να κρατήσω και όλα αυτά τα όμορφα στολίδια και το καλοκαίρι και τον χειμώνα;» Αλλά οι σκέψεις του πολύ λίγο πλησίαζαν στην αλήθεια. Ο κορμός του πονούσε από την προσπάθεια, και αυτός ο πόνος είναι για ένα λεπτό ελατάκι ότι ο πονοκέφαλος για εμάς.
Επιτέλους τα κεριά άναψαν, και τότε τι αστραφτερό και μεγαλειώδες που ήταν το ελατάκι! Έτρεμαν από χαρά όλα του τα κλαδιά τόσο πολύ που ένα από τα κεριά έπεσε ανάμεσα τα πράσινα φύλλα του και έκαψε μερικά από αυτά. «Βοήθεια! Βοήθεια!» αναφώνησαν οι νεαρές κυρίες· αλλά ευτυχώς κανένα κακό δεν είχε γίνει, γιατί αμέσως έσβησαν την φωτιά.
Μετά από αυτό, το ελατάκι προσπάθησε να μην τρέμει καθόλου,αν και η φωτιά το τρόμαξε, είχε αγχωθεί τόσο πολύ να μην καταστραφεί κάποιο από τα όμορφα στολίδια του, αφού η ομορφιά τους τον τύφλωνε.
Και τότε οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και μια ομάδα από παιδιά έτρεξε μέσα, λες και ήθελαν να ταράξουν το ελατάκι, και τους ακολουθούσαν πιο αργά οι μεγάλοι. Για ένα λεπτό τα μικρά στάθηκαν αμίλητα από την έκπληξη, και μετά φώναξαν από χαρά μέχρι που το δωμάτιο δονήθηκε· και χόρεψαν χαρούμενα γύρω από το ελατάκι ενώ έπαιρναν τα δώρα το ένα μετά το άλλο.
«Μα τι κάνουν; Τι θα γίνει έπειτα;» σκέφτηκε το ελατάκι.Επιτέλους τα κεριά κάηκαν μέχρι το τέλος και έσβησαν. Τότε δόθηκε η άδεια στα παιδιά αρπάξουν ό, τι ήθελαν από το δέντρο.
Ω, πως έτρεξαν καταπάνω του! Ήταν τόση η βιάση τους που μερικά από τα κλαδιά έσπασαν, και αν δεν ήταν δεμένο από το ταβάνι με το λαμπερό αστέρι, σίγουρα θα το είχαν ρίξει κάτω.
Τότε τα παιδιά χόρεψαν τριγύρω με τα καινούρια τους παιχνίδια και κανείς δεν έδωσε σημασία στο ελατάκι, εκτός από την νταντά των παιδιών που έψαξε ανάμεσα στα κλαδιά του για κανένα καραμελωμένο μήλο η σύκο που μπορεί να ξεχάστηκε.
«Μια ιστορία, μια ιστορία,» φώναξαν τα παιδιά, τραβώντας έναν παχουλό κύριο προς το δέντρο.
«Τώρα θα είμαστε στην πράσινη σκιά του δέντρου,» είπε καθώς καθόταν κάτω από το ελατάκι, «και το δέντρο θα έχει την χαρά να ακούσει και αυτό· αλλά θα σας πω μόνο μια ιστορία. Ποια λέτε να είναι αυτή; Η ιστορία της Ιβέτ ή του Χάμπντι Ντάμπντι που έπεσε από τις σκάλες, αλλά σύντομα σηκώθηκε ξανά και στο τέλος παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα;»
«Την Ιβέτ,» φώναξαν μερικά· «τον Χάμπντι Ντάμπντι,» φώναξαν άλλα· και υπήρξε μεγάλη φασαρία. Αλλά το ελατάκι έμεινε τελείως ακίνητο και σκέφτηκε: « Τι σχέση έχω εγώ με αυτά; Πρέπει να κάνω κι εγώ φασαρία;» αλλά ήδη τους είχε διασκεδάσει όσο χρειαζόταν και δεν του έδωσαν καμία σημασία.
Τότε ο γηραιός κύριος τους είπε την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι που έπεσε από τις σκάλες, αλλά σύντομα σηκώθηκε ξανά και στο τέλος παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα. Και τα παιδία χειροκρότησαν και φώναξαν αμέσως,«πες μας άλλη μια ιστορία, πες μας άλλη μια ιστορία,» γιατί ήθελαν να ακούσουν και την ιστορία της Ιβέτ· αλλά γι’αυτήν την φορά είχαν μόνο την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι. Μετά από αυτό, δέντρο έμεινε εντελώς ήσυχο και σκεπτικό. Τα πουλιά του δάσους ποτέ δεν έλεγαν τέτοιες ιστορίες όπως αυτή του Χάμπντι Ντάμπντι, που έπεσε από τις σκάλες αλλά παρόλα αυτά παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα.
«Α, έτσι θα γίνεται στον κόσμο,» σκέφτηκε το ελατάκι. Πίστεψε την ιστορία γιατί την διηγήθηκε ένας τόσο συμπαθητικός άνθρωπος.
«Α, καλά!» σκέφτηκε, «ποιος ξέρει; Μπορεί κι εγώ να πέσω κάτω και να παντρευτώ μια πριγκίπισσα!» και δεν έβλεπε την ώρα να έρθει το επόμενο απόγευμα και να το στολίσουν πάλι με φώτα και παιχνίδια, χρυσό και φρούτα. «Αύριο δεν θα τρεμουλιάσω,» σκέφτηκε, « θα απολαύσω όλη μου την λάμψη,και θα ακούσω την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντι ξανά, και ίσως και την ιστορία της Ιβέτ.» Και το ελατάκι έμεινε ήσυχο και σκεπτικό όλη την νύχτα.
Το πρωί οι υπηρέτες και η νταντά ήρθαν. « Τώρα,» σκέφτηκε το δέντρο, «όλη μου η λάμψη θα έρθει ξανά.» Αλλά το έσυραν έξω από το δωμάτιο,το ανέβασαν στην σοφίτα και το πέταξαν σε μια γωνιά που το φως της ημέρας δεν έφτανε, και εκεί το άφησαν. «Τι σημαίνει αυτό;» σκέφτηκε το δέντρο. «Τι θα κάνω εδώ; Δεν ακούω τίποτα σε ένα μέρος σαν αυτό.» και ακούμπησε στον τοίχο και σκεφτόταν και σκεφτόταν.
Και είχε πολύ χρόνο να σκεφτεί, μέρες και νύχτες πέρασαν και κανείς δεν ήρθε κοντά του· και όταν τελικά κάποιος ήρθε, ήταν μόνο για να σπρώξει κάτι μεγάλα κουτιά σε μια γωνία. Έτσι το δέντρο κρύφτηκε εντελώς πίσω από τα κουτιά, σαν να μην υπήρξε ποτέ.
«Είναι χειμώνας τώρα,» σκέφτηκε το δέντρο, «το έδαφος είναι σκληρό και σκεπασμένο με χιόνι, έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν να με φυτέψουν. Θ βρω καταφύγιο εδώ, μέχρι να έρθει η άνοιξη. Πόσο ευγενικοί είναι όλοι μαζί μου!Απλά, εύχομαι αυτό το μέρος να μην ήταν τόσο σκοτεινό και να μην ήμουν τόσο μόνος, χωρίς ούτε καν ένα λαγουδάκι να με κοιτάζει. Τι ευχάριστα που ήταν στο δάσος καθώς το χιόνι έπεφτε στην γη, και όταν περνούσε από εκεί ο λαγός και ,ναι, ας πηδούσε από πάνω μου. Ω, είναι τόσο μοναχικά εδώ.»
«Σκουίκ, σκουίκ,» είπε ένα ποντικάκι, καθώς προχωρούσε προσεκτικά προς το ελατάκι· μετά ήρθε κι άλλο ένα, και μαζί μύρισαν το ελατάκι και χώθηκαν ανάμεσα στα κλαδιά του.
«Ω, έχει πολύ κρύο,» είπε το ποντικάκι. «Αν δεν είχε θα ήμασταν πολύ άνετα εδώ, έτσι δεν είναι γέρικο Έλατο;»
«Μα δεν είμαι γέρικο,» είπε το ελατάκι. «Υπάρχουν άλλα που είναι γηραιότερα από μένα.»
«Από πού έρχεσαι;» ρώτησαν τα ποντικάκια, που ήταν γεμάτα περιέργεια· και τι ξέρεις; Έχεις δει τα ωραιότερα μέρη στον κόσμο; Μπορείς να μας τα περιγράψεις; Και ήσουν στο κελάρι, εκεί που τα τυριά είναι στα ράφια και τα σαλάμια κρέμονται από το ταβάνι; Εκεί μπορείς να μπεις αδύνατος και να βγεις χοντρός.»
«Δεν ξέρω τίποτα από αυτά,» είπε το ελατάκι, «αλλά ξέρω τα δάση, όπου ο ήλιος λάμπει και τα πουλιά τραγουδούν.» Και τότε το ελατάκι τους είπε τα πάντα για την νιότη του. Δεν είχαν ακούσει ποτέ ξανά τέτοια ιστορία στην ζωή τους· και αφού την άκουσαν προσεκτικά, είπαν και τα δυο μαζί: «Μα πόσα πράγματα έχεις δει! Θα πρέπει να ήσουν πολύ χαρούμενο!»
«Χαρούμενο!» αναφώνησε το δέντρο· και τότε καθώς σκέφτηκε όλα αυτά που τους είπε, απάντησε: « Αχ, ναι, τελικά αυτές ήταν χαρούμενες μέρες.» Και καθώς συνέχισε την ιστορία του, τους είπε και για τα Χριστούγεννα,και πως το έντυσαν με γλυκά και φώτα, τα ποντίκια είπαν, «Πόσο χαρούμενο πρέπει να ήσουν, γέρικο έλατο.»
«Μα δεν είμαι γέρικο,» είπε το ελατάκι. «μόλις αυτόν τον χειμώνα ήρθα από το δάσος, πάνω στον ανθό της νιότης μου.»
«Τι υπέροχες ιστορίες που μας λες,» είπαν τα ποντικάκια.Και την επόμενη νύχτα ήρθαν τέσσερα ακόμη ποντικάκια μαζί τους για να ακούσουν τι είχε το δέντρο να πει. Όσο πιο πολύ μιλούσε, τόσο πιο πολύ θυμόταν, και μετά σκεφτόταν: «Ναι, αυτές ήταν χαρούμενες μέρες· αλλά μπορεί να έρθουν ξανά. Και ο Χάμπντι Ντάμπντι έπεσε κάτω, αλλά μετά παντρεύτηκε την πριγκίπισσα. Ίσως να παντρευτώ κι εγώ μια πριγκίπισσα.» και το ελατάκι σκέφτηκε την όμορφη μικρή σημύδα που φύτρωνε στο δάσος· μια μικρή πριγκίπισσα, μια όμορφη πριγκίπισσα ήταν γι’αυτόν.
«Ξέρεις μόνο αυτήν την μία ιστορία;» το ρώτησαν οι ποντικοί.
«Μόνο αυτήν,» απάντησε το δέντρο, «την άκουσα το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής μου· αλλά τότε δεν ήξερα πόσο ευτυχισμένο ήμουν.»
«Εμείς την βρίσκουμε θλιβερή,» είπαν οι ποντικοί. «Δεν ξέρεις καμία ιστορία για τυριά και σαλάμια από το κελάρι;»
«Όχι,» απάντησε το δέντρο.
«Ευχαριστούμε πολύ τότε,» είπαν οι ποντικοί, και έφυγαν.
Τα μικρά ποντικάκια επίσης έφυγαν μετά από αυτό, και το δέντρο αναστέναξε και είπε: «Ήταν τόσο ωραία όταν τα ποντικάκια κάθονταν γύρω μου και με άκουγαν ενώ μιλούσα. Τώρα πάει, πέρασε κι αυτό. Όμως, θα θεωρήσω τον εαυτό μου χαρούμενο όταν κάποιος έρθει να με πάρει από δω.»
Αλλά θα συνέβαινε ποτέ αυτό; Ναι· ένα πρωί άνθρωποι ήρθαν να καθαρίσουν την σοφίτα· τα κουτιά μεταφέρθηκαν μακριά, και το δέντρο τραβήχτηκε με σκληρό τρόπο και πετάχτηκε στο πάτωμα· και τότε οι υπηρέτες το κατέβασαν από τις σκάλες, εκεί που ήταν μέρα.
«Τώρα η ζωή μου αρχίζει ξανά,» είπε το δέντρο, καθώς έβγαινε και πάλι στην λιακάδα και τον καθαρό αέρα. Τότε το κουβάλησαν έξω στην αυλή τόσο γρήγορα που ξέχασε να σκεφτεί για τον εαυτό του, μόνο κοιτούσε γύρω του, και είχε τόσα να δει.
Η αυλή ήταν κοντά σε ένα κήπο, όπου όλα ήταν ανθισμένα.Φρέσκα και μυρωδάτα τριαντάφυλλα κρέμονταν από μικρές γλάστρες. Οι φλαμουριές ήταν ανθισμένες, καθώς τα χελιδόνια πετούσαν γύρω γύρω, κελαηδώντας: «Τσίου, τσίου,τσίου, ο φίλος μας έρχεται»· αλλά δεν εννοούσαν το ελατάκι.
«τώρα θα ζήσω,» είπε το δέντρο χαρούμενα, απλώνοντας τα κλαδιά του· μα αλίμονο! Ήταν όλα μαραμένα και κίτρινα, και έτσι έμεινε ξαπλωμένο σε μια γωνιά μαζί με τις αγριάδες και τις τσουκνίδες. Το χρυσό αστέρι ήταν ακόμη κολλημένο στην κορυφή του και γυάλιζε στην λιακάδα.
Δύο από τα χαρούμενα παιδιά που είχαν χορέψει γύρω του στην Χριστουγεννιάτικη γιορτή τόσο ευτυχισμένα, έπαιζαν εκεί, στην ίδια αυλή. Το νεαρότερο είδε το χρυσό αστέρι και έτρεξε και το τράβηξε από την κορυφή του δέντρου. ¨Κοίτα τι ήταν κολλημένο στην κορυφή αυτού του άσχημου, γέρικου ελάτου,» είπε το παιδί, τσαλαπατώντας τα κλαδιά του μέχρι που αυτά έσπασαν.
Και το δέντρο είδε όλα τα φρέσκα, λαμπερά λουλούδια μέσα στον κήπο, και μετά κοίταξε και τον εαυτό του και ευχήθηκε να είχε μείνει στην σκοτεινή γωνιά της σοφίτας. Σκέφτηκε την γλυκιά του νιότη στο δάσος, το ευτυχισμένο βράδυ των Χριστουγέννων, και τα μικρά ποντικάκια που είχαν ακούσει την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντυ.
«Παρελθόν! Παρελθόν!» είπε το φτωχό δέντρο. «Πόσα πράγματα είχα που θα μπορούσα να διασκεδάσω τον εαυτό μου! Όμως τώρα είναι πολύ αργά.»
Τότε ένας νεαρός ήρθε και έκοψε το δέντρο σε μικρά κομμάτια, μέχρι που σχηματίστηκε ένας σωρός από ξύλα στο έδαφος. Τα κομμάτια τοποθετήθηκαν στην φωτιά, και γρήγορα άρπαξαν φωτιά, ενώ το δεντράκι αναστέναζε τόσο βαθιά που κάθε αναστεναγμός ήταν σαν πιστολιά. Τότε τα παιδιά που έπαιζαν ήρθαν και κάθισαν μπροστά από την φωτιά,και το κοίταζαν και έλεγαν, «Ποπ, ποπ.» Και σε κάθε Ποπ, το οποίο ήταν και ένας αναστεναγμός, το δεντράκι θυμόταν μια καλοκαιρινή μέρα στο δάσος ή ένα χειμωνιάτικο βράδυ μου το αστέρια έλαμπαν ψηλά στον ουρανό, και από το βράδυ των Χριστουγέννων, και από την ιστορία του Χάμπντι Ντάμπντυ—την μόνη ιστορία που είχε ακούσει ποτέ ή που ήξερε να διηγείται – μέχρι που κάηκε τελείως.
Τα αγόρια ακόμη έπαιζαν στον κήπο και το νεαρότερο φόραγε στο στήθος το αστέρι με το οποίο το ελατάκι είχε στολιστεί το πιο ευτυχισμένο βράδυ της ζωής του. Τώρα όλα ήτα παρελθόν· το δέντρο ήταν παρελθόν και η ιστορία επίσης παρελθόν – αφού όλες οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν.

ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟ. (ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ)

Η εξοχή ήταν υπέροχη το καλοκαίρι. Στο κάμπο είχε μαζευτεί το άχυρο και είχε τοποθετηθεί σε μεγάλους σωρούς. Από ψηλά έκοβε βόλτες ο πελαργός με τα κόκκινα πόδια και τιτίβιζε στα αιγυπτιακά, μια γλώσσα που είχε μάθει από την μητέρα του.Γύρω από το κάμπο και τα χωράφια υπήρχαν απέραντα δάση και στη μέση του κάμπου υπήρχαν βαθιές λίμνες.Πραγματικά η εξοχή ήταν υπέροχη! Κάτω από τον ζεστό ήλιο ξεπρόβαλε επιβλητικός ένας πύργος ιπποτών που περιβαλλόταν από τάφρους με μεγάλο βάθος. Από τα τείχη του πύργου και μέχρι το νερό των τάφρων υπήρχαν αναρριχώμενα φυτά, τόσο ψηλά που από κάτω τους χωρούσαν να σταθούν όρθια μικρά παιδιά. Η βλάστηση ήταν τόσο έντονη σε κείνο το σημείο όση και στο πιο πυκνό δάσος. Εδώ λοιπόν είχε κάνει την φωλιά της μία πάπια και κλωσούσε τα αυγά για να βγουν τα μικρά της. Η πάπια είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή της, καθώς είχε περάσει πολύς καιρός που κλωσούσε και σπάνια δεχόταν επισκέψεις. Επιτέλους έσπαζαν τα αυγά, το ένα μετά το άλλο. «Πι, πι!» έλεγαν τα πουλάκια, όλοι οι κρόκοι είχαν ζωντανέψει και από τα αυγά προεξείχαν κεφαλάκια. «Ραπ, ραπ, γρήγορα, γρήγορα!» φώναξε η πάπια και τα παπάκια σκουντουφλούσαν και έβαζαν όλες τους τις δυνάμεις να τρέξουν. Όλα τους φαινόταν τόσο περίεργα που κοιτούσαν γύρω-γύρω προς όλες τις κατευθύνσεις.
«Πόσο μεγάλος που είναι ο κόσμος» έλεγαν τα μικρά, καθώς τώρα είχαν πολύ περισσότερο χώρο να κινηθούν από ότι μέσα στο αυγό.

«Ακόμα δεν βγήκες από το αβγό σου και νομίζεις ότι είδες ολόκληρο τον κόσμο!» είπε περιπαικτικά η μητέρα. «Ο κόσμος πάει πιο πέρα και από την άλλη πλευρά του κήπου και μέχρι το κτήμα του παπά, ωστόσο εκεί δεν έχω πάει ούτε και εγώ!» Για να προσθέσει καμαρώνοντας: «Τι όμορφα που είσαστε όλα μαζί!». Τότε σηκώθηκε και έκπληκτη αναφώνησε: «Όχι δεν τα έχω όλα τα παπιά μου!Το μεγαλύτερο αυγό είναι ακόμη στη φωλιά. Πόσο άραγε θα χρειαστεί ακόμη; Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι!» είπε και κάθισε πάλι.
«Λοιπόν τι κάνεις;» ρώτησε μια γριά πάπια που ήρθε για επίσκεψη.
«Ένα από τα αυγά έχει καθυστερήσει» είπε η πάπια, η οποία συνέχισε να κλωσάει.«Ούτε που φάνηκε η παραμικρή τρυπούλα σε αυτό το αυγό. Αλλά έλα να δεις τα άλλα τα παπιά. Είναι τα ομορφότερα παπάκια τα οποία έχω δει ποτέ!»
«Για να δω το αβγό που δεν λέει να ανοίξει» είπε η γριά «Να δεις που είναι αβγό γαλοπούλας. Έτσι με κορόιδεψαν και μένα κάποια φορά και είδα και έπαθα με τα μικρά. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο φοβόταν το νερό.Στην αρχή δεν μπορούσα να τα χορτάσω όσο και να μάζευα, όσο και αν τάιζα, όσο και να μάλωνα όσο και να βοηθούσα. – Άσε να δω το αβγό! Ναι είναι αυγό γαλοπούλας! Παράτησε το και μάθε τα άλλα τα παιδιά σου να κολυμπάνε!» «Θα μείνω να κλωσήσω ακόμη λίγο!» απάντησε η πάπια. «Τόσο καιρό κάθισα στο αβγό, δεν πειράζει αν καθίσω λιγάκι ακόμη!»
«Καθένας με τα γούστα του!» είπε η γριά πάπια και αποχαιρέτισε.
Επιτέλους άνοιξε και το μεγάλο αβγό και εμφανίστηκε το μικρό από μέσα. «Πι,πι!» είπε το μικρό και βγήκε από το τσόφλι. Ήταν πολύ μεγάλο και εμφανέστατα άσχημο. «Υπερβολικά μεγάλο παπάκι» σκέφτηκε η μαμά πάπια «Κανένα από τα άλλα παπιά δεν μοιάζει με αυτό. Μήπως είναι πραγματικά μία μικρή γαλοπούλα; Σύντομα θα το μάθω. Θα πρέπει να πέσει στο νερό και αν δεν θέλει ακόμη, θα το ρίξω εγώ η ίδια μέσα!»
Ο καιρός την επόμενη μέρα ήταν υπέροχος! Ο ήλιος έκαιγε πάνω στα πράσινα φυτά.Η μαμά πάπια εμφανίστηκε με όλη την οικογένεια της στα κανάλια.
«Πλατς!» πήδηξε μέσα στο νερό. «Ραπ, ραπ!» φώναξαν τα παπάκια καθώς το ένα μετά το άλλο έπεφταν και αυτά πίσω της. Αν και αρχικά έπεσαν με το κεφάλι μέσα στο νερό, αμέσως ξεπρόβαλλαν στην επιφάνεια και άρχισαν να κολυμπάνε περήφανα. Τα πόδια τους άρχισαν να κολυμπάνε από μόνα τους και όλα φαινόταν να βρίσκονται στο στοιχείο τους. Ακόμη και ο άσχημος, γκρίζος νεοσσός κολυμπούσε μαζί τους.
«Όχι δεν είναι γαλόπουλο!» είπε τότε. «Πόσο όμορφα χρησιμοποιεί τα πόδια του και πόσο ίσια κρατάει το σώμα του. Ραπ, ραπ θα σα παρουσιάσω στην αυλή με τις πάπιες. Μόνο προσέξτε να μείνετε κοντά μου μη σας πατήσει κανείς και προσέχτε την γάτα!»
Έτσι μπήκαν στην αυλή με τις πάπιες όπου επικρατούσε μεγάλη φασαρία. Δύο οικογένειες τσακωνόταν για ένα κεφάλι χελιού αλλά τελικά το πήρε η γάτα.
«Βλέπετε έτσι είναι ο κόσμος» είπε η μαμά πάπια και έκανε πως αρπάζει κάτι στον αέρα με το ράμφος, καθώς ήθελε και αυτή να πιάσει το κεφάλι του χελιού. «Να χρησιμοποιείτε τα πόδια σας, κοιτάξτε να κάνετε γρήγορα και σκύψετε μπροστά στη γριά πάπια που είναι εκεί. Είναι η πιο αξιοσέβαστη από όλες. Στις φλέβες τις ρέει ισπανικό αίμα. Όπως βλέπετε φοράει ένα κόκκινο πανί γύρω από το πόδι της. Αυτό είναι κάτι το πραγματικά όμορφο και η μεγαλύτερη αναγνώριση την οποία μπορεί να λάβει μία πάπια. Το κάθε καλοαναθρεμμένο παπάκι ανοίγει τα πόδια του μακριά το ένα από το άλλο, ακριβώς όπως ο πατέρας και η μητέρα! Βλέπετε έτσι! Σκύψτε τώρα τον σβέρκο σας και πείτε:«Ραπ!»
Αυτό ακριβώς και έκαναν τα παπάκια, οι άλλες πάπιες τις παρατηρούσαν και έλεγαν: «Για κοιτάξτε! Τώρα μας ήρθε και το συγγενολόι, σαν να μην ήμασταν ήδη αρκετοί! Πουφ, πως είναι έτσι το ένα παπί! Αυτό δεν θα το ανεχτούμε!» Και αμέσως πήγε μία πάπια και το δάγκωσε στον σβέρκο! Αυτό ακριβώς και έκαναν τα παπάκια, οι άλλες πάπιες τις παρατηρούσαν και έλεγαν: «Για κοιτάξτε! Τώρα μας ήρθε και το συγγενολόι, σαν να μην ήμασταν ήδη αρκετοί!Πουφ, πως είναι έτσι το ένα παπί! Αυτό δεν θα το ανεχτούμε!» Και αμέσως πήγε μία πάπια και το δάγκωσε στον σβέρκο! «Άσ’ το ήσυχο!» είπε η μητέρα, «δεν πείραξε κανέναν!» «Μα είναι τόσο μεγάλο και τόσο παράξενο,» είπε η πάπια που το είχε δαγκώσει, «και για αυτό θα πρέπει να το διώξουμε μακριά!»
«Όμορφα παιδάκια έχει η μανούλα!» είπε με στόμφο η γριά πάπια με το πανί γύρω από το πόδι της. «Όλα με εξαίρεση του ενός, το οποίο είναι κακορίζικο. Θα ευχόμουν να μπορούσε να αναστρέψει το κλώσημα!»
«Αυτό δεν γίνεται μεγαλειοτάτη!» απάντησε η μητέρα. «Δεν είναι όμορφο, αλλά έχει καλό χαρακτήρα και κολυμπάει το ίδιο καλά όπως και τα υπόλοιπα, θα τολμούσα να πω καλύτερα και από τα υπόλοιπα. Πιστεύω ότι με το καιρό και όσο θα μεγαλώνει θα φτιάξει το μέγεθος και η εμφάνιση του. Έτσι και αλλιώς παπί είναι δεν θα το ενοχλήσει ιδιαίτερα η ασχήμια του!»
«Τα άλλα παπάκια είναι γλυκύτατα!» λέει η γριά. «Κάντε σαν να βρίσκεστε στο σπίτι σας και αν βρείτε κανένα κεφάλι χελιού, τότε μπορείτε να μου το φέρετε!» Και έτσι η αυλή έγινε το σπίτι τους.
Ωστόσο το φτωχό παπί το οποίο είχε βγει τελευταίο από το αυγό και το οποίο ήταν τόσο μα τόσο άσχημο, δεν περνούσε καθόλου καλά. Το δάγκωναν, το έφτυναν και το κορόιδευαν τόσο η πάπιες όσο και η κότες. «Είναι πολύ μεγάλο» έλεγαν όλες. Ακόμη και γάλος που είχε γεννηθεί έχοντας στα πόδια του σπιρούνια και για αυτό νόμιζε ότι είναι ο καίσαρας ενώ όλοι οι υπόλοιποι τον νόμιζαν τρελό, φύσηξε και ξεφύσηξε σαν ιστιοφόρο πριν ορμήξει προς το μικρό για να του φωνάξει: «γλου, γλου, γλου». Το παπάκι δεν ήξερε που να σταθεί και που να βρεθεί. Ήταν θλιμμένο που ήταν τόσο άσχημο και είχε γίνει ο περίγελος όλης της αυλής.
Από την πρώτη μέρα η συμπεριφορά όλων προς το παπί ήταν απαίσια και γινόταν κάθε μέρα και χειρότερη. Όλοι κυνηγούσαν το καημένο το παπάκι, ακόμη και τα αδέρφια του το περιγελούσαν και του έλεγαν «μακάρι να σε έπαιρνε η γάτα αηδιαστικό πλάσμα!» και η μητέρα αναστέναζε: «μόνο να είχες φύγει μακριά!» Οι πάπιες το δάγκωναν, οι κότες το τσιμπούσαν ακόμη και το κορίτσι που έφερνε την τροφή το κλοτσούσε.
Έτσι πέταξε πάνω από τον φράκτη. Τα πουλάκια τα οποία ήταν στους θάμνους φοβήθηκαν και πέταξαν ψηλά. «Η ασχήμια μου τα τρόμαξε!» σκέφτηκε το παπάκι και έκλεισε τα μάτια του, παρόλα αυτά όμως συνέχισε να τρέχει. Έτσι έφτασε σε ένα μεγάλο έλος στο οποίο έμεναν οι αγριόπαπιες. Εδώ έμεινε την νύχτα, γιατί ήταν πολύ κουρασμένο και στεναχωρημένο.
Το πρωί πέταξαν οι αγριόπαπιες ψηλά και αντίκρισαν τον νέο τους συγκάτοικο. «Τι μέρους του λόγου είσαι εσύ;» το ρώτησαν. Το παπάκι γυρνούσε προς όλες τις πλευρές και χαιρετούσε όσο πιο ευγενικά μπορούσε.
«Είσαι αποκρουστικά άσχημο» του είπαν οι αγριόπαπιες «αλλά αυτό δεν πειράζει όσο δεν παντρεύεσαι μέλος της οικογένειάς μας!» Το καημένο παπάκι είχε άλλες έννοιες από την παντρειά. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν να του επιτραπεί να ξαπλώνει στην ακτή και να πίνει από το νερό του έλους.
Μετά από δύο μέρες παραμονής στο έλος, ήρθαν δύο άγριες χήνες. Για την ακρίβεια δύο χηνόπουλα, καθώς δεν είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που βγήκαν από αυγό τους και για αυτό ήταν ακόμη αρκετά αυθόρμητα.
«Άκου συνάδελφε, είσαι τόσο άσχημο που τυπικά είσαι όμορφο και για αυτό εμείς μπορούμε να σε ανεχτούμε. Θέλεις να έρθεις μαζί μας και να γίνεις ο οδηγός του σμήνους μας;» ρώτησαν το παπάκι.
«Μπαμ, μπαμ!» ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί και τα χηνόπουλα έπεσαν νεκρά. Το νερό του έλους κοκκίνισε από το αίμα. «Μπαμ, μπαμ»ξανακούστηκαν πυροβολισμοί, και σμήνη ολόκληρα από αγριόχηνες σηκώθηκαν από το έλος και μετά ξανακούστηκαν πυροβολισμοί. Ήταν μεγάλο κυνήγι, οι κυνηγοί καθόταν δεξιά αριστερά γύρω από το έλος. Μερικοί μάλιστα είχαν ανεβεί πάνω στα κλαδιά των δέντρων. Ο μπλε καπνός από μπαρούτι περνούσε σαν σύννεφο μέσα από τα δέντρα και στάθηκε ψηλά πάνω από το νερό. Τα κυνηγόσκυλα στριμωχνόταν να μπουν μέσα στο έλος. Πόσο τρόμαξε στα αλήθεια το παπάκι! Γύρισε το κεφάλι για να το κρύψει μέσα στη φτερούγα του. Τότε ένας τεράστιος σκύλος στάθηκε μπροστά του. Η γλώσσα του σκύλου του κρεμόταν μέχρι κάτω και τα απαίσια μάτια του γυάλιζαν.Σχεδόν ακουμπούσε το παπί με την μουσούδα του, έδειξε τα κοφτερά του δόντια και-πλατς -αποτραβήχτηκε χωρίς να το πειράξει.
«Δόξα τον Θεό» αναστέναξε το παπί, «είμαι τόσο άσχημο που ακόμη και ο σκύλος δεν θέλει να με δαγκώσει!»
Έτσι έμεινε ξαπλωμένο ενώ τα σκάγια διέσχιζαν τον αέρα και από παντού ακουγόταν τουφεκιές. Μόνο αργά το μεσημέρι ησύχασε η κατάσταση, αλλά το καημένο το παπάκι δεν τολμούσε να σηκωθεί. Κάθισε και περίμενε για αρκετές ώρες ακόμη πριν κοιτάξει τριγύρω και μετά άρχισε να τρέχει με όλες του τις δυνάμεις να βγει από το έλος.
Κατά το απόγευμα έφτασε σε μια φτωχική αγροικία. Ήταν τόσο άθλια η κατάσταση της, που και η ίδια δεν ήξερε από ποια πλευρά να πέσει και έτσι έμενε όρθια.Εκείνη τη στιγμή έπεφτε βροχή και ο αέρας φυσούσε έντονα. Έτσι το παπάκι έπρεπε να καθίσει για να μην το παρασύρει ο αέρας, και η κακοκαιρία ολοένα και χειροτέρευε. Τότε παρατήρησε ότι η πόρτα είχε ανασηκωθεί και κρεμόταν στραβά από τον ένα μεντεσέ. Έτσι κάτω από την πόρτα έμενε μια χαραμάδα αρκετά μεγάλη ώστε να μπορέσει το παπί να μπει στην αγροικία και αυτό ακριβώς έκανε.
Εδώ έμενε μια γριά με τον γάτο της και την κότα της. Ο γάτος, τον οποίο η γριά έλεγε γιόκα, μπορούσε να σχηματίσει με την πλάτη του γέφυρα και να πλέκει. Ακόμη αν του χάιδευαν το τρίχωμα πετούσε σπίθες. Η κότα είχε πολύ κοντά πόδια και για αυτό την λέγανε κοντοποδαρού.
Το πρωί παρατήρησαν αμέσως το ξένο παπί οπότε ο γάτος άρχισε να πλέκει και η κότα να κακαρίζει.
«Τι είναι αυτό πάλι;» αναρωτήθηκε η γριά και καθώς δεν έβλεπε καλά, νόμιζε ότι το παπάκι ήταν μια παχιά πάπια. «Αυτό είναι καταπληκτική μπάζα» είπε «καθώς τώρα θα μπορώ να έχω αυγά πάπιας. Αρκεί να μην είναι αρσενικιά! Αυτό θα το δούμε σύντομα.»
Έτσι αποφάσισε να κρατήσει το παπάκι δοκιμαστικά για τρεις εβδομάδες. Διάστημα στο οποίο δεν έκανε ούτε ένα αβγό.
Καθώς ο γάτος ήταν ο κύριος του σπιτιού και η κότα η κυρία,η κότα ρώτησε: «Μπορείς να κάνεις αυγά;» «Όχι» απάντησε το παπί. «Τότε δεν έχεις λόγο σε αυτό το σπίτι» ανταπάντησε η κότα.
Ο γάτος ρώτησε: «Μπορείς να κάνεις γέφυρα με την πλάτη σου;Μπορείς να πλέκεις; Μπορείς να πετάς σπίθες;» «Όχι» απάντησε το παπί, «Τότε δεν μπορείς να έχεις άποψη όταν μιλάνε μεταξύ τους νοήμονα άτομα!» συμπέρανε ο γάτος.
Το παπάκι στεναχωριόταν και καθόταν στη γωνιά του. Τότε αυθόρμητα σκέφτηκε τον καθαρό αέρα και την λιακάδα. Νοστάλγησε να κολυμπήσει στο νερό και έτσι αποκάλυψε την επιθυμία του στο κοτόπουλο. «Τι είναι αυτά που λες;» απάντησε αυτό, «τι περίεργες σκέψεις είναι αυτές; Άρχισε να κάνεις αυγά ή να πλέκεις να δεις για πότε θα σου περάσουν!»
«Μα είναι υπέροχα να κολυμπάς στο νερό!» διαμαρτυρήθηκε το παπάκι, «υπέροχα να δροσίζεις το κεφάλι σου στα κύματα ή να βουτάς μέχρι τον βυθό!»
«Ναι θα πρέπει να είναι καταπληκτική διασκέδαση!» είπε το κοτόπουλο ειρωνικά,«έχεις χαζέψει! Ρώτα τον γάτο που είναι ο εξυπνότερος από όσους γνωρίζω, αν του είναι τόσο ευχάριστο να κολυμπάει στο νερό ή να κάνει βουτιές!»
«Δεν με καταλαβαίνετε!» είπε το παπάκι.
«Αν δεν σε καταλαβαίνουμε εμείς, τότε ποιος μπορεί να σε καταλάβει! Δεν θα πιστεύεις βέβαια ότι είσαι εξυπνότερο από τον γάτο και από μένα. Κοίταξε να μάθεις να κάνεις αβγά, να πλέκεις και να πετάς σπίθες!»
«Νομίζω ότι θα βγω να περιπλανηθώ στον κόσμο!» Απάντησε το παπάκι.
«Αυτό να κάνεις!» ανταπάντησε η κότα.
Έτσι το παπάκι έφυγε και πήγε να κολυμπήσει στο νερό. Έκανε βουτιές αλλά λόγω της ασχήμιας του όλα τα υπόλοιπα ζώα το παρέβλεπαν.
Όταν έφθασε το φθινόπωρο τα φύλλα στο δάσος έγιναν κίτρινα και καφέ, η καταιγίδες τα έπαιρναν και τα στριφογυρνούσαν στον αέρα και το κρύο άρχισε να γίνεται αισθητό. Τα σύννεφα κρεμόταν βαριά, φορτωμένα με χιόνι και χαλάζι και πάνω στον φράχτη στεκόταν ένα κοράκι που έκρωζε από το κρύο «κρα, κρα!».Κανείς κρύωνε και μόνο με την ιδέα. Η κατάσταση για το παπάκι δεν ήταν καθόλου καλή.
Ένα απόγευμα ενώ το ηλιοβασίλεμα φώτιζε με υπέροχα χρώματα τον ουρανό, ένα σμήνος από λαμπερά μεγάλα πουλιά ξεπρόβαλε πίσω από τους θάμνους. Το παπάκι δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφα πουλιά. Ήταν ολόλευκα με μεγάλους λυγερούς λαιμούς.Ήταν κύκνοι. Έβγαζαν μία παράξενη κραυγή, άπλωναν τις φανταχτερές φτερούγες τους και πετούσαν από τις κρύες περιοχές στις θερμότερες πάνω από ανοιχτές θάλασσες. Πετούσαν τόσο ψηλά που το ασχημόπαπο αισθανόταν πολύ παράξενα και μόνο που τα έβλεπε.
Δεν μπορούσε να ξεχάσει τα φανταχτερά, όμορφα πουλιά. Μόλις χάθηκαν στον ορίζοντα βούτηξε μέχρι τον βυθό και όταν ξεπρόβαλε πάλι στην επιφάνεια αισθάνθηκε περίεργα. Δεν ήξερε πως λεγόταν αυτά τα πουλιά, ούτε για το που πήγαιναν αλλά τα αγάπησε όσο δεν είχε αγαπήσει ποτέ κανέναν. Αμέσως αισθάνθηκε ζήλια. Πως αλήθεια τόλμησε να ευχηθεί να αποκτήσει τέτοια ομορφιά; Θα ήταν ήδη ευτυχισμένο αν το ανεχόταν στην παρέα τους οι πάπιες. Καημένο άσχημο ζώο.
Όσο περνούσε ο καιρός ο χειμώνας αγρίευε! Το παπάκι έπρεπε να κολυμπάει ακατάπαυστα ώστε να εμποδίσει το πάγωμα του νερού. Κάθε νύχτα όμως η τρύπα μέσα στην οποία κολυμπούσε μίκραινε όλο και περισσότερο. Το κρύο ήταν πια τσουχτερό και το παπάκι έπρεπε να χρησιμοποιεί συνεχώς τα πόδια του ώστε να εμποδίσει το πάγωμα του νερού. Τελικά κουράστηκε και έμεινε ακίνητο. Τότε όλο το νερό πάγωσε και το παπάκι έμεινε εγκλωβισμένο μέσα στον πάγο.
Την επόμενη μέρα το πρωί ένας περαστικός αγρότης παρατήρησε το φτωχό ζώο. Πήγε έσπασε τον πάγο με το ξύλινο παπούτσι του, έσωσε το ζώο και το πήγε στη γυναίκα του. Τότε το παπάκι ξαναζωντάνεψε.
Τα παιδιά θέλανε να παίξουν μαζί του. Αλλά το παπάκι νόμιζε ότι θα το πονέσουν και από τον φόβο του πήγε κατευθείαν πάνω στην κούπα με το γάλα έτσι που το γάλα πιτσίλισε σε όλο το σπιτικό. Μετά πέταξε και πήγε πάνω στο ράφι με το βούτυρο και από κει στο βαρέλι με το αλεύρι και μετά πάλι στο αέρα.Η γυναίκα φώναζε και το κυνηγούσε με την τσιμπίδα του τζακιού, και τα παιδιά έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο κυνηγώντας το παπάκι ενώ γελούσαν και φώναζαν.Ευτυχώς που ήταν ανοιχτή η πόρτα και έτσι το παπάκι πετάχτηκε έξω και μπόρεσε να σωθεί στο απάτητο χιόνι ανάμεσα στους θάμνους. Εκεί λοιπόν έμεινε ξαπλωμένο και εξουθενωμένο.
Το παπάκι έμεινε μόνο του και θα ήταν θλιβερό να εξιστορήσουμε πως πέρασε μέχρι να περάσει ο χειμώνας. Ώσπου μια μέρα ενώ στεκόταν μέσα στις καλαμιές του έλους, άρχισε πάλι να εμφανίζεται η ζεστασιά του ήλιου. Οι κορυδαλλοί τραγουδούσαν και η άνοιξη είχε πια καταφθάσει.
Τότε άνοιξε τα φτερά του και άρχισε να τα χτυπάει τόσο δυνατά όσο ποτέ και το σώμα του εκτοξευόταν με κάθε χτύπημα όλο και πιο μακριά Πριν καν καταλάβει το πως είχε βρεθεί σε έναν μεγάλο κήπο. Εκεί βρισκόταν ανθισμένες μηλιές και μοσχοβολούσαν πασχαλιές που έγερναν τα μακριά πράσινα κλαδιά τους στα κανάλια που έτρεχαν ανάμεσα τους. Ω, πόσο υπέροχα ανοιξιάτικος ήταν ο καιρός. Από ένα ξέφωτο ήρθαν κολυμπώντας τρεις πανέμορφοι, λευκοί κύκνοι. Με λαμπερά φτερά γλιστρούσαν ανάλαφρα πάνω στο νερό. Το παπάκι αναγνώρισε τα όμορφα πουλιά και αισθάνθηκε μια παράξενη αδιαθεσία.
«Θα πετάξω στο μέρος αυτών των βασιλικών πουλιών και θα με δαγκώσουν μέχρι να πεθάνω. Δεν θα μου συγχωρέσουν που ενώ είμαι είμαι τόσο άσχημο θα τολμήσω να τα πλησιάσω. Αλλά καλύτερα να σκοτώσουν αυτά παρά να με δαγκώνουν οι πάπιες, να με τσιμπάνε οι κότες, να με κλοτσάει το κορίτσι που ταΐζει και να περνάω τα πάνδεινα όλο τον χειμώνα!» Αμέσως πέταξε πάνω στο νερό και μετά πήγε κολυμπώντας προς τα λαμπερά πουλιά, τα οποία όρμηξαν με αναστηλωμένα τα φτερά κατά πάνω του.
«Σκοτώστε με, εμπρός σκοτώστε με» είπε το καημένο το ζώο και έγειρε το κεφάλι του στο νερό αναμένοντας τον θάνατο, όμως τι ήταν αυτό που αντίκρισε να καθρεφτίζεται στο νερό; Είδε την εικόνα του να σχηματίζεται στο νερό, αλλά δεν ήταν πια ένα πλαδαρό, γκρίζο πουλί, άσχημο και αποκρουστικό. Όχι ήταν το ίδιο ένας κάτασπρος κύκνος με υπέροχα φτερά.
Ακόμη και αν έχεις γεννηθεί σε μια αυλή γεμάτη με πάπιες, αν προέρχεσαι από αυγό κύκνου, τότε κύκνος θα γίνεις! Χάρη στις κακουχίες που είχε τραβήξει και την απόρριψη που είχε νιώσει, το νεαρό ζώο ήξερε να εκτιμήσει την τύχη του να είναι τόσο όμορφο και η ομορφιά του να είναι ευπρόσδεκτη από όλους. Οι μεγάλοι κύκνοι φτάσανε στο νεαρό πουλί και το χάιδευαν με το ράμφος τους.
Τότε ήρθαν μερικά παιδιά στον κήπο. Πετούσαν ψωμί και σπόρους στο νερό, και το μικρότερο φώναζε: «κοιτάξτε εκεί είναι ένας καινούριος!» Και τα υπόλοιπα παιδάκια συμφώνησαν πανηγυρίζοντας: «ένας νέος,ένας νέος κύκνος εμφανίστηκε»
Χειροκροτούσαν και χόρευαν μετά έφεραν την μητέρα και τον πατέρα τους. Έριχναν ψωμί και γλυκά στο νερό και όλοι έλεγαν: «Ο νέος είναι ο ομορφότερος, τόσο νέος και τόσο αρχοντικός!» Όλοι οι υπόλοιποι κύκνοι υποκλινόταν μπροστά του. Τότε ο νεαρός κύκνος αισθάνθηκε ντροπή και έκρυψε το κεφάλι του μέσα στις φτερούγες του, αισθανόμενος τόσο περίεργα που και ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει. Αισθάνθηκε μεγάλη ευτυχία αλλά καθόλου υπερηφάνεια,καθώς μία καλή καρδιά δεν αισθάνεται ποτέ υπερηφάνεια. Θυμόταν όταν όλοι τον κορόιδευαν και τώρα άκουγε όλους να λένε ότι είναι το ωραιότερο από όλα τα ωραία πουλιά. Οι πασχαλιές έσκυβαν προς το μέρος του στο νερό, ο ήλιος έλαμπε ζεστός και δροσιστικός. Τίναξε τα φτερά του, ο λεπτός λαιμός σηκώθηκε και από καρδιάς πανηγύριζε: «Τόση τύχη δεν τολμούσα ούτε να την ονειρευτώ όταν ήμουν ακόμη το ασχημόπαπο!»

ΤΟ ΜΟΛΥΒΕΝΙΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙ. (ΧΑΝΣ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΑΝΤΕΡΣΕΝ)

         Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν εικοσιπέντε μολυβένια στρατιωτάκια. Ήταν αδέρφια, γιατί προέρχονταν όλα από μια παλιά κουτάλα. Είχαν όλα τους τις λόγχες τους στον ώμο, σε στάση προσοχής και κοίταζαν εμπρός. Οι στολές τους ήταν πολύ κομψές- κόκκινο και μπλε- και ήταν υπέροχες. Το πρώτο πράγμα που άκουσαν στον κόσμο, όταν το καπάκι από το κουτί που βρίσκονταν απομακρύνθηκε, ήταν οι λέξεις «Μολυβένια στρατιωτάκια!» Αυτές οι λέξεις είχαν ειπωθεί από ένα μικρό αγόρι, που χτύπησε τα χέρια του από χαρά. Τα στρατιωτάκια του είχαν δοθεί γιατί ήταν τα γενέθλιά του, και τώρα τα τοποθετούσε πάνω στο τραπέζι.
Το κάθε ένα ήταν ολόιδιο με τα υπόλοιπα και στην παραμικρή λεπτομέρεια, εκτός από ένα που είχε μόνο ένα πόδι. Είχε τοποθετηθεί στο καλούπι τελευταίο, και δεν υπήρχε αρκετό μολύβι για να ολοκληρωθεί· αλλά στεκόταν τόσο περήφανα πάνω στο ένα του πόδι, όσο και τα υπόλοιπα στα δυο τους, και ήταν αυτός που θα είχε την πιο αξιόλογη τύχη.
Πάνω στο τραπέζι που τα μολυβένια στρατιωτάκια είχαν τοποθετηθεί υπήρχαν πολλά ακόμη παιχνίδια, αλλά αυτό που τραβούσε πιο πολύ την προσοχή ήταν ένα όμορφο μικρό χάρτινο κάστρο. Μέσα από τα μικροσκοπικά του παράθυρα μπορούσες να δεις κατευθείαν στην σάλα. Μπροστά από το κάστρο υπήρχαν μικρά δέντρα, που σχημάτιζαν μια ομάδα γύρω από έναν μικρό καθρέφτη, ο οποίος υποτίθεται πως ήταν μια διάφανη λίμνη. Κύκνοι φτιαγμένοι από κερί κολυμπούσαν στην επιφάνεια της λίμνης, και αυτή αντικατόπτριζε την εικόνα τους.
Όλα αυτά ήταν πολύ όμορφα, αλλά ομορφότερη από όλα ήταν μια μικρή κυρία που στέκονταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του κάστρου. Ήταν κι αυτή φτιαγμένη από χαρτί, αλλά φόραγε ένα φόρεμα από πανέμορφο τούλι και μια φαρδιά γαλάζια κορδέλα γύρω από τους ώμους της, σαν ένα μαντήλι, γιατί ήταν χορεύτρια, και μετά σήκωσε το ένα της πόδι τόσο ψηλά που ο στρατιώτης σχεδόν το έχασε από τα μάτια του. Νόμιζε πως, όπως κι αυτός, είχε κι αυτή μόνο ένα πόδι.
«Αυτή θα ήταν η κατάλληλα σύζυγος για μένα,» σκέφτηκε ο στρατιώτης, «αν δεν ήταν τόσο σπουδαία. Αλλά ζει σε ένα κάστρο, ενώ εγώ έχω μόνο ένα κουτί, και υπάρχουν εικοσιπέντε από μας μέσα σε αυτό. Δεν υπάρχει χώρος για μια κυρία. Μα και πάλι, θα ήθελα πολύ να την γνωρίσω.» Μια ταμπακιέρα έτυχε να βρίσκεται πάνω στο τραπέζι, ακριβώς πίσω από τον στρατιώτη και από εκεί μπορούσε εύκολα να δει την ντελικάτη μικρή κυρία, που ακόμη στέκονταν στο ένα πόδι χωρίς να χάνει την ισορροπία της.
Όταν ήρθε το βράδυ όλα τα άλλα στρατιωτάκια τοποθετήθηκαν πίσω στο κουτί τους, και οι άνθρωποι του σπιτιού πήγαν για ύπνο. Τώρα ήταν οι σειρά των παιχνιδιών να παίξουν μόνα τους. Έκαναν επισκέψεις το ένα στο άλλο,πολέμησαν σε μάχες και έπαιξαν με τις μπάλες. Τα μολυβένια στρατιωτάκια φλυαρούσα μέσα στο κουτί τους, και εύχονταν να βρίσκονταν με τα υπόλοιπα παιχνίδια, αλλά δεν μπορούσα να σηκώσουν το καπάκι. Οι καρυοθραύστες έκαναν τούμπες και το μολύβι χοροπηδούσε πέρα δώθε με τον πιο αστείο τρόπο. Έκαναν τόσο σαματά που ξύπνησαν το καναρίνι και άρχισε να μιλά μαζί τους. Οι μόνοι που έμειναν στην θέση τους ήταν οι μολυβένιοι στρατιώτες και η μικρή χορεύτρια.Στεκόταν στις μύτες του ποδιού της και με τα χέρια τεντωμένα, και ο στρατιώτης μας δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της.
Το ρολόι χτύπησε δώδεκα- κρααακ! Μεμιάς άνοιξε το καπάκι της ταμπακιέρας. Όμως δεν είχε καπνό μέσα αλλά ένα μικρό μαύρο ξωτικό. Βλέπετε δεν ήταν αληθινή ταμπακιέρα αλλά ένα κουτί φάρσας.
«Μολυβένιε στρατιώτη,» είπε το ξωτικό, «κράτα τα μάτια σου για τον εαυτό σου. Μην κοιτάζεις αυτό που δεν σε αφορά!»
Αλλά ο στρατιώτης προσποιήθηκε πως δεν το άκουσε.
«Καλά, λοιπόν, περίμενε μέχρι αύριο,» παρατήρησε το ξωτικό.
Το επόμενο πρωί, όταν τα παιδιά σηκώθηκαν, ο στρατιώτης ήταν τοποθετημένος στο περβάζι του παραθύρου, και, είτε το έκανε το ξωτικό,είτε ο άνεμος, ξαφνικά άνοιξε το παράθυρο και ο στρατιώτης έπεσε μεμιάς από τον τρίτο όροφο εκείνου του κτιρίου. Ήταν μια τρομαχτική πτώση! Ξανά και ξανά στριφογυρνούσε καθώς έπεφτε, ώσπου στο τέλος έφτασε στην γη, όπου το καπέλο του και η λόγχη του καρφώθηκαν στο πεζοδρόμιο, ενώ το μοναδικό του πόδι ήταν προς τα πάνω.
Ο υπηρέτης και το μικρό αγόρι έτρεξαν αμέσως κάτω να τον ψάξουν, μα, αν και πέρασαν σχεδόν δίπλα του, δεν κατάφεραν να τον βρουν. Αν ο στρατιώτης είχε φωνάξει έστω και μια φορά « Εδώ είμαι!» θα τον είχαν ακούσει εύκολα, αλλά δεν ήθελα να φωνάξει για βοήθεια μιας και ήταν περήφανος στρατιώτης με στολή.
Τότε άρχισε να βρέχει· πιο γρήγορα και πιο γρήγορα έπεφταν οι στάλες, μέχρι που μετατράπηκε σε καταιγίδα· και όταν αυτή πια σταμάτησε δυο αγόρια του δρόμου εμφανίστηκαν.
«Κοίτα,» είπε το ένα, «ένας στρατιώτης. Πρέπει να τον βάλουμε να σαλπάρει με το πλοίο.»
Έτσι, έφτιαξαν ένα πλοίο από μια παλιά εφημερίδα και έβαλαν τον μολυβένιο στρατιώτη στο κέντρο του, και σάλπαραν το πλοίο στο αυλάκι του δρόμου, ενώ έτρεχαν δίπλα του, χτυπώντας τα χέρια τους.
Θεούλη μου! Πως χτυπούσαν τα κύματα το χάρτινο καράβι, και πόσο γρήγορα το παράσερνε το ρεύμα! Ο μολυβένιος στρατιώτης άρχισε να ζαλίζεται, το καράβι στριφογύριζε τόσο γρήγορα· μα και πάλι δεν κούνησε ούτε δαχτυλάκι, και κοίταζε ευθεία μπροστά κρατώντας την λόγχη του σταθερά.
Σε μια στιγμή το καράβι χάθηκε μέσα στον υπόνομο, και ήταν τόσο σκοτεινά όπως και όταν βρίσκονταν μέσα στο κουτί του, στο σπίτι. «Πού πηγαίνω τώρα;» σκέφτηκε. «Είμαι σίγουρος πως όλα αυτά είναι δουλεία του ξωτικού. Αχ! Να ήταν μαζί μου και η μικρή κυρία εδώ στο καράβι, δεν θα με ένοιαζε κι ας ήταν ακόμη πιο σκοτεινά.»
Και τότε, ένας πελώριος αρουραίος που ζούσε μέσα στον υπόνομο, πετάχτηκε ξαφνικά.
«Έχεις διαβατήριο;» ρώτησε ο αρουραίος. «Πού είναι το διαβατήριο σου;»
Μα ο μολυβένιος στρατιώτης δεν μίλησε, παρά μόνο κράτησε την λόγχη του ακόμη πιο σφιχτά.
Το καράβι συνέχισε να πλέει, αλλά ο αρουραίος το ακολούθησε. Πωπώ! Πως έτριζε τα δόντια του και φώναζε στα ραβδιά και στα καλάμια: «σταματήστε τον! Σταματήστε τον! Δεν πλήρωσε για να μπει! Δεν μου έδειξε ούτε διαβατήριο!»
Αλλά το ρεύμα έγινε πιο δυνατό και ακόμη πιο δυνατό. Ήδη ο στρατιώτης μπορούσε να δει το φως της ημέρας εκεί που το τούνελ τελείωνε· αλλά την ίδια στιγμή άκουσε ένα βίαιο και ορμητικό βουητό, που στο άκουσμα του ακόμη και ένας τολμηρός άντρας θα έτρεμε. Σκεφτείτε! Ακριβώς εκεί που τελείωνε το τούνελ, ο υπόνομος γινόταν πιο φαρδύς και έπεφτε το νερό με ορμή στο στόμα ενός άλλου υπονόμου. Ήταν τόσο επικίνδυνο για τον στρατιώτη, όσο θα ήταν για μας το να πλεύσουμε κατευθείαν σε έναν πελώριο καταρράκτη.
Ήταν τώρα τόσο κοντά στο τέλος του τούνελ που δεν μπορούσε να σταματήσει. Το καράβι τινάχτηκε μπροστά και ο στρατιώτης κρατήθηκε όσο πιο γερά μπορούσε, χωρίς όμως να δώσει την εντύπωση ότι κουνήθηκε καν. Τρεις ή τέσσερις φορές το καράβι στριφογύρισε· ήταν γεμάτο νερό και σίγουρα θα βυθιζόταν.
Το νερό έφτανε μέχρι τον λαιμό του στρατιώτη· όλο και πιο βαθιά το καράβι βυθιζόταν, όλο και πιο μαλακό γινόταν το χαρτί· και τότε το νερό σκέπασε το κεφάλι του στρατιώτη. Σκέφτηκε την όμορφη μικρή χορεύτρια, την οποία δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά, και στ’ αυτιά του ήχησαν οι στίχοι ενός τραγουδιού:
Άγρια περιπέτεια, θανατηφόρος κίνδυνος, πήρες την μερίδα σου γενναίε ξένε.
Το χάρτινο καράβι χωρίστηκε στα δυο, και ο στρατιώτης ήταν έτοιμος να βυθιστεί, όταν τον κατάπιε ένα μεγάλο ψάρι.
Ω, πόσο σκοτεινά ήταν! Πιο σκοτεινά κι απ’ τον υπόνομο, και τόσο στενά· αλλά ο μολυβένιος στρατιώτης μας δεν έχασε το κουράγιο του· έμεινε εκεί ξαπλωμένος, κρατώντας γερά την λόγχη του, όπως πάντα.
Το ψάρι κολύμπησε εδώ κι εκεί, γυρνώντας και στρίβοντας και κάνοντας τις πιο περίεργες κινήσεις, ώσπου έμεινε εντελώς ακίνητο.
Μια ακτίνα φωτός έφτασε μέχρι αυτόν και μια φωνή είπε,«Μολυβένιε στρατιώτη!» Το ψάρι είχε πιαστεί, είχε σταλεί στην αγορά, πουλήθηκε,αγοράστηκε και μεταφέρθηκε στην κουζίνα, όπου η μαγείρισσα έκοψε με το μαχαίρι την κοιλιά του ψαριού. Άρπαξε τον στρατιώτη και τον πήγε στο σαλόνι όπου η οικογένεια καθόταν, και ήταν όλοι ανυπόμονοι να δουν τον τολμηρό άνδρα που ταξίδεψε στο στόμα του ψαριού· αλλά ο μολυβένιος στρατιώτης παρέμεινε ακίνητος.Δεν ήταν και τόσο περήφανος.
Τον τοποθέτησαν πάνω στο τραπέζι. Αλά πως γίνεται κάτι τόσο περίεργο να συμβεί; Ο στρατιώτης ήταν μέσα στο ίδιο εκείνο δωμάτιο που είχε βρεθεί ξανά. Είδε τα ίδια παιδιά, τα ίδια παιχνίδια στέκονταν μαζί του στο τραπέζι, και ανάμεσα τους και η όμορφη χορεύτρια, που ακόμη στέκονταν στο ένα πόδι. Ήταν κι εκείνη ακίνητη και σταθερή. Αυτό άγγιξε την καρδιά του στρατιώτη. Θα μπορούσε μέχρι και να κλάψει αλλά αυτό δεν θα ήταν σωστό. Την κοίταξε, αυτή κοίταξε αυτόν αλλά δεν αντάλλαξαν λέξη.
Και τότε ένα από τα μικρά παιδιά άρπαξε τον στρατιώτη και τον πέταξε μέσα στο τζάκι. Δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει αυτό, αλλά χωρίς αμφιβολία το ξωτικό της ταμπακιέρας είχε κάποια σχέση με αυτό.
Ο μολυβένιος στρατιώτης στέκονταν μέσα σε μια κόκκινη φλόγα. Η ζέστη που ένιωθε ήταν απίστευτη, αλλά δεν ήξερε αν ήταν εξαιτίας της φωτιάς ή εξαιτίας της αγάπης στην καρδιά του. Είδε πως τα χρώματα της στολής του είχαν ξεβάψει αλλά αν ήταν από το ταξίδι του ή από την θλίψη του, κανένας δεν μπορούσε να πει. Κοίταξε την μικρή χορεύτρια, τον κοίταξε κι αυτή και ένιωσε να λιώνει· όμως και πάλι έμεινε ευθυτενής όπως πάντα, με την λόγχη του στον ώμο. Και τότε ξαφνικά η πόρτα άνοιξε· ο άνεμος έπιασε την χορεύτρια και την οδήγησε κατευθείαν μέσα στο τζάκι μαζί με τον μολυβένιο στρατιώτη, την έπιασε μια φλόγα, και εξαφανίστηκε! Ο μολυβένιος στρατιώτης έλιωσε κι έγινε ένας σβώλος· και μέσα στις στάχτες η υπηρέτρια την επόμενη μέρα τον βρήκε, στο σχήμα μιας μικρής μολυβένιας καρδιάς, ενώ από την χορεύτρια δεν είχε μείνει τίποτα πια.